Σύρος

Νησί των Κυκλάδων, στο κέντρο περίπου του συμπλέγματος, Δ της Δήλου και της Μυκόνου και ΝΔ της Τήνου. Με έκταση 83,6 τ. χλμ. είναι το πιο πυκνοκατοικημένο νησί της Ελλάδας, το εντέκατο σε έκταση του νομού Κυκλάδων, με το πέμπτο όμως και πλέον του συνολικού πληθυσμού του νομού. Μαζί με τη Μύκονο, Γυάρο, Δήλο κ.ά. η Σ. αποτελεί μια από τις οχτώ επαρχίες του νομού Κυκλάδων (βλ. λ. Κυκλάδων, νομός). Στη Σ. βρίσκεται και η πρωτεύουσα του νομού Κυκλάδων Ερμούπολη, έδρα και του ομώνυμου δήμου, στον οποίο υπάγεται και η κοινότητα Μάννα. Η Ερμούπολη δημιουργήθηκε στα χρόνια του αγώνα της ανεξαρτησίας από πρόσφυγες άλλων νησιών, που γνώρισαν τις καταστροφές και τις συνέπειες του πόλεμου, και των παράλιων της Μικράς Ασίας. Έτσι κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αλλά κυρίως στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος η Ερμούπολη εμφανίζεται και εξελίσσεται ως το σημαντικότερο ναυτικό, ναυπηγικό, εμπορικό, αλλά και αστικό κέντρο. Το 1832 η Σ. είχε περισσότερα εμπορικά πλοία (181) από την Ύδρα (95), τις Σπέτσες (79), το Γαλαξίδι (33) κλπ., δεδομένου ότι οι στόλοι των από παράδοση ναυτικών νησιών είχαν καταστραφεί κατά τον αγώνα. Το 1853 η Ελλάδα είχε τρεις μόνο πόλεις με πληθυσμό άνω των 10.000 κατ. (συνολικά 66.500): την Αθήνα, την Πάτρα και την Ερμούπολη, η οποία το 1907, με 18.100 κάτ., ήταν η έκτη σε πληθυσμό πόλη της χώρας, μετά την Αθήνα, τον Πειραιά, την Πάτρα, την Κέρκυρα και τον Βόλο. Στη Σύρο ναυπηγούνται πολλά μεγάλα ιστιοφόρα, ιδρύονται και λειτουργούν οι πρώτες ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες (στην πρώτη μετέχει και ο Καποδίστριας), ανοίγει το πρώτο υποκατάστημα της η Εθνική Τράπεζα (1844) και ιδρύεται το 1855, με συμμετοχή του δημόσιου, της Εθνικής Τράπεζας και 102 άλλων μετόχων η Ελληνική Ατμοπλοϊκή Εταιρεία, η οποία απόχτησε ατμόπλοια, επιβατικά και φορτηγά, «εφάμιλλα προς τα τότε αυστριακά, ιταλικά και γαλλικά», κατασκεύασε αποβάθρες, ναυπηγικές εγκαταστάσεις και εργοστάσια επισκευής των πλοίων, των μηχανών και των εξαρτημάτων τους, αποθήκες κ.ά. Παράλληλα αναπτύσσονται κι άλλοι βιομηχανικοί κλάδοι ώστε κατά μία στατιστική του 1917 ακόμα, το βιομηχανικό δυναμικό της Ελλάδας να εμφανίζεται συγκεντρωμένο στους νομούς Αττικοβοιωτίας (60% περίπου), Θεσσαλονίκης, Κυκλάδων, Αχαϊολίδος, Πέλλας κ.ά. Η Σ. οφείλει την ανάπτυξη της στο ότι με την απελευθέρωση της Ελλάδας βρέθηκε με μεγάλο αριθμό κατοίκων, σε σημαντική αναλογία ναυτικών και έμπορων, καθώς και στη γεωγραφική της θέση ως λιμανιού, στο μέσο του Αιγαίου και στο δρόμο προς τον Εύξεινο. Γι’ αυτό η παρακμή της αρχίζει από το τέλος του περασμένου αιώνα, όταν δημιουργείται ο Πειραιάς ως επίνειο της πρωτεύουσας και ανοίγει η διώρυγα της Κορίνθου, και ολοκληρώνεται μετά τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε μειώθηκε η σημασία της θαλάσσιας οδού προς τον Εύξεινο. Την οικονομική ανάπτυξη είχε ακολουθήσει παράλληλα και η πνευματική: το 1834 ιδρύθηκε γυμνάσιο, με πρώτο γυμνασιάρχη το Νεόφυτο Βάμβα, το οποίο σύντομα έγινε το σπουδαιότερο σε όλη την Ανατολή· το 1828 ιδρύεται το πρώτο στην Ελλάδα εμποροδικείο· το 1835 υπάρχουν ήδη στην πόλη τέσσερα τυπογραφεία· το 1836 κυκλοφορούν οι εφημερίδες Ερμής της Σύρου και Ερμής των Κυκλάδων. Στα ίδια χρόνια και αργότερα η Ερμούπολη στολίζεται με πλήθος αξιόλογα κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά, όπως η Λέσχη και το περίφημο θέατρο (1861), και θρησκευτικά, όπως οι ναοί της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και της Κοίμησης της Θεοτόκου (1828), ο Άγιος Νικόλαος κ.ά., που την καθιστούν σήμερα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες νεοκλασικές πόλεις της χώρας. Περισσότερα από τα δύο τρίτα του πληθυσμού της Σύρου είναι συγκεντρωμένα στην Ερμούπολη. Στον δήμο Άνω Σύρου ανήκουν οι κοινότητες Γαλησσά, Πάγου και Χρούσων. Ιστορία, αρχαιολογία. Το όνομα της Σ. προέρχεται από φοινικική, ρίζα που σημαίνει «βραχώδης» και ίσως το νησί αποτελούσε αρχικά φοινικικό εμπορικό σταθμό. Ο τύπος Σύρα είναι γνωστός από την αρχαιότητα (Ησύχιος Μιλήσιος, Διογένης Λαέρτιος). Από την εποχή της φραγκοκρατίας και μετά το νησί είναι γνωστό με το όνομα Σούδα (Lasudha). Ο Όμηρος αναφέρει νήσο «Συρίην Ορτυγίης καθύπερθεν, όθι τρόπαι ηελίοιο», που ήταν «εύποτος και εύμηλος, οινοπληθής και πολύπυρος», οι ερευνητές όμως δεν συμφωνούν με την ταύτισή της με τη Σ. Στις αρχαίες πηγές το νησί μνημονεύεται σπάνια. Ως πρώτοι κάτοικοι μνημονεύονται οι Φοίνικες. Αργότερα αποικίζουν το νησί Ίωνες με αρχηγό τον Ιππομέδοντα από την Αθήνα. Κατά τον 6o αι. π.Χ. ακμάζει ο φιλόσοφος Φερεκύδης (με το όνομά του είναι σήμερα γνωστά δύο σπήλαια στο νησί: ένα στο βορειοανατολικό τμήμα και ένα μεταξύ Άνω και Κάτω Σύρου). Στους μηδικούς πόλεμους η Σ. συντάσσεται με τους Πέρσες και αργότερα συμμετέχει στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Στους κατοπινούς αιώνες το νησί εξαφανίζεται μέσα στη δίνη των γεγονότων και στην απεραντοσύνη των ελληνιστικών κρατών και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από τις αρχαίες πηγές και επιγραφές είναι γνωστή λατρεία Ποσειδώνα Ασφαλίου και Αμφιτρίτης, Αθηνάς, Πανός, Δήμητρας, Καβείρων, Διόνυσου, Ερμή, Απόλλωνα, Περσεφόνης και Ηρακλή. Επιγραφές επίσης μιλούν για γιορτές Διονύσιων με αγώνες τραγωδίας, καθώς και για γιορτές προς τιμήν του Ηρακλή (Ηράκλεια) και Δημήτρια. Αναφέρεται ακόμα Ιερό Εστίας Πρυτανείας και Αθηνάς Φρατρίας. Τα λιγοστά ευρήματα και λείψανα δεν διαφωτίζουν περισσότερο την εικόνα. Από τις ανασκαφές γνωρίζουμε την προϊστορική νεκρόπολη της Χαλανδριανής, στο βόρειο τμήμα του νησιού. Μια μικρή ακρόπολη από τους πρωτοκυκλαδικούς χρόνους βρέθηκε πάνω στο λόφο Καστρί. Οι απόκρημνες πλαγιές του λόφου προστάτευαν τη μικρή εγκατάσταση από το εσωτερικό του νησιού, ενώ η ομαλότερη πλαγιά προς τη θάλασσα προστατεύτηκε με δυνατό τείχος, ενισχυμένο κατά διαστήματα με επιβλητικούς στρογγυλούς πύργους. Τα ευρήματα είναι κυρίως χειροποίητα αγγεία και τα περίφημα τηγανόσχημα σκεύη με την εγχάρακτη διακόσμηση από σπείρες και απλοϊκά καράβια, που αποτελούσαν ίσως ιερά σκεύη ή, κατά τη γνώμη μερικών ερευνητών, καθρέφτες, καθώς και μερικά μαρμάρινα πρωτοκυκλαδικά ειδώλια. Λείψανα της κυκλαδικής εποχής έχουν βρεθεί κατά καιρούς και στη Ντελλαγκράτσια, στο Κίνι και στον Άγιο Λουκά. Ακόμα λιγότερα λείψανα σώθηκαν από τη Σ. των ελληνικών χρόνων. Από τις δύο πόλεις που αναφέρονται, η μία πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή της Ερμούπολης και η άλλη στην περιοχή της Ντελλαγκράτσιας (το όνομα προέρχεται από την εκκλησία της Santa Maria Della Grazia). Ο Γάλλος περιηγητής Τουρνεφόρ βρήκε στη Σ. στα 1700 ερείπια αρχαίας και μεγάλης πόλης. Λίγα ακόμα λείψανα τείχους στην πόλη και ρωμαϊκού βαλανείου στο Φοίνικα καθώς και πηγάδι στη θέση Ελληνικό είναι ό,τι απομένει σήμερα. Στο τοπωνύμιο Σκληπΐ κοντά στα Λαζαρέττα βρίσκεται ίσως ανάμνηση παλιού Ασκληπιείου. Πάνω στους βράχους του όρμου Γράμματα βρίσκονται χαραγμένες εκατοντάδες επιγραφές από τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή εποχή: ευχές ναυτικών που σώθηκαν από τρικυμίες, στον Σέραπι, στον Ασκληπιό, στον Ήλιο, στους Διόσκουρους και στον Άγιο Φωκά. Μετά την κατάκτηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους (1204), η Σ. καταλαμβάνεται από τον ηγεμόνα της Νάξου Μάρκο Σανούδο και περνά μια περίοδο γεμάτη δυσκολίες και οικονομική ανέχεια. Το 1286 το νησί βγαίνει για λίγο από την αφάνεια με τη σχεδόν οπερετική πολιορκία από το δούκα της Τήνου Βαρθολομαίο Γκίζη, που με πρόφαση την κλοπή ενός γαϊδάρου προσπάθησε να το καταλάβει· το 1494 γίνονται για μικρό διάστημα κύριοι της Σ. οι Βενετοί, γρήγορα όμως δίνουν τη θέση τους στους Τούρκους. Στον καιρό που ο Εβραίος Ιωσήφ Νάζης κυβερνούσε τα νησιά, η Σ. παρουσιάζει σχετική ακμή· ο πληθυσμός της φτάνει τις 3.000. Το νησί απολαμβάνει ορισμένα προνόμια στην τουρκοκρατία. Δεν υπάγεται στον Καπουδάν πασά αλλά κατευθείαν σε Τούρκους μεγιστάνες της Πόλης, έτσι που ο ζυγός και οι φόροι να είναι ελαφρότερα. Το βάρος της τουρκικής κατοχής ελάφρυνε ακόμα η γαλλική προστασία των καθολικών πληθυσμών, που στη Σ. αποτελούσαν την πλειοψηφία. Στο ταξίδι του ο Τουρνεφόρ την αναφέρει ως την πιο καθολική από όλα τα νησιά. Στην περίοδο των ρωσοτουρκικών πόλεμων 1770-1774 η Σ. βρίσκεται κάτω από τη ρωσική προστασία. Γύρω στο 1790 οι καθολικοί ανεβαίνουν στις 4.000, ενώ οι ορθόδοξοι είναι ελάχιστοι. Στα χρόνια λίγο πριν από το 1821 οι καθολικοί φτάνουν τις 5.000. Πρόσφυγες από όλη την Ελλάδα άρχισαν να καταφτάνουν στη Σ. αμέσως μετά την κήρυξη του πόλεμου. Με την καταστροφή της Χίου (1822) και αργότερα των Ψαρρών (1824) Χιώτες και Ψαρριανοί που εγκαταστάθηκαν στο νησί έδωσαν την πρώτη ώθηση στην ανάπτυξη της ναυπηγικής. Έως το 1828 Κρήτες, Θεσσαλοί, Μακεδόνες και Ρόδιοι αυξάνουν τον πληθυσμό του νησιού. Η νέα πόλη, που αναπτύχθηκε ραγδαία μέσα στα βούρλα της έρημης ακτής, παίρνει το 1824 το όνομα Ερμούπολις, ενώ η οχυρωμένη πάνω στον ψηλό λόφο της μεσαιωνικής Άνω Σ. ενώνεται σιγά-σιγά με το λιμάνι. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Σύρο. Μαρμάρινο πρωτοκυκλαδικό ειδώλιο από τη Σύρο. Τα περισσότερα ειδώλια έχουν βρεθεί μέσα σε τάφους, πολλά όμως ήρθαν στο φως και σε συνοικισμούς (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα). Η Ερμούπολη έχει ένα μικρό, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρον μουσείο, με πολλά κυκλαδικά εκθέματα που μαρτυρούν την ιδιαίτερη ανάπτυξη της κεραμικής τέχνης, τόσο στο νησί όσο και γενικά στις Κυκλάδες (φωτ. Κοντού-Αϊβαλή). Μοναστήρι στο εσωτερικό της Σύρου, σ’ ένα άγονο αλλά εντυπωσιακό περιβάλλον. Τα ναυπηγεία της Σύρου (φωτ. Κοντού-Αϊβαλή). Το Δημαρχείο της Ερμούπολης, ένα από τα αξιολογότερα κτίρια. Η παραλία Γαλησσά, μια από τις γραφικότερες του νησιού. Οι Αγκαθωπές. Η Ερμούπολη, η πρωτεύουσα του νομού Κυκλάδων, χαρακτηρίζεται εύστοχα και <αρχοντική πολιτεία> για τα πολλά αξιόλογα κτίριά της. Στη φωτογραφία η Ερμούπολη και η Άνω Σύρος. Το κτίριο του τελωνείου στη Σύρο. Σπίτια στη συνοικία Βαπόρια της Σύρου.
* * *
ο, ΝΜΑ, θηλ. Σύρα Α [Συρία]
ο κάτοικος τής Συρίας ή αυτός που κατάγεται από τη Συρία
αρχ.
(ως προσηγορικό) ονομασία δούλου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σύρος — Σύρος, η και Σύρα, η νησί των Κυκλάδων. Σύρος, ο και Σύριος, ο θηλ. α ο κάτοικος της Συρίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σῦρος — a Syrian masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σύρος — Syrian masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύρος — broom masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύρος — Νησί των Κυκλάδων, στο κέντρο περίπου του συμπλέγματος, Δ της Δήλου και της Μυκόνου και ΝΔ της Τήνου. Με έκταση 83,6 τ. χλμ. είναι το πιο πυκνοκατοικημένο νησί της Ελλάδας, το εντέκατο σε έκταση του νομού Κυκλάδων, με το πέμπτο όμως και πλέον του …   Dictionary of Greek

  • Σύρος — Sp Siras Ap Σύρος/Syros L s. Egėjo j. Kikladų ss., Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Σύρος Ποπλίλιος — Λατίνος συγγραφέας μίμων, γνωστός και με το όνομα Λόχιος. Ήταν Σύρος στην καταγωγή, απελεύθερος και μεγάλης μόρφωσης. Οι μίμοι του είχαν μεγάλη σκηνική επιτυχία στη Ρώμη. Έγραψε επίσης και γνωμικά (Sententiae) σε ιαμβικό τρίμετρο …   Dictionary of Greek

  • Άνω Σύρος — Μεγάλος ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 140 μ., 1.109 κάτ.) της Σύρου. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νησιού και αποτελεί βορειοδυτική συνέχεια της Ερμούπολης. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Η Άνω Σύρος κατοικήθηκε για πρώτη φορά τον 13ο αι. από …   Dictionary of Greek

  • Άνω Σύρος — Sp Ãno Siras Ap Άνω Σύρος/Ano Syros L Kiklados (Siro s.), Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Εφραίμ ο Σύρος — (Νίσιβις, Μεσοποταμία 306; – Έδεσσα, Συρία 375 μ.Χ.). Εκκλησιαστικός συγγραφέας. Θεωρείται ο κλασικός της Συριακής Εκκλησίας και των συριακών εκκλησιαστικών γραμμάτων. Για τη ζωή του ελάχιστα είναι γνωστά, γιατί ο θρύλος συγχέεται με τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.